μῦς


μῦς
мышь

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "μῦς" в других словарях:

  • μῦς — mouse masc/fem nom sg μῦς mouse masc acc pl μῦς mouse masc nom/voc pl μῦς mouse masc voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μῦς — mouse masc acc pl Μῦς mouse masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυς — Βλ. λ. μύες. * * * (I) ο (ΑΜ μῡς, υός, Α σπαν. και ως θηλ.) 1. ονομασία τρωκτικών θηλαστικών, ποντίκι, ποντικός (α. «μῡς ἀρουραῑος» ο ποντικός τών αγρών, ο αρουραίος β. «οἱ δὲ τῶν Περσών μάγοι τοὺς μῡς ἀπεκτίννυσαν», Πλούτ.) 2. ανατ. ο μυς τού… …   Dictionary of Greek

  • Μύς — Μύ̱ς , Μῦς mouse masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μύς — μύ̱ς , μῦς mouse masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυς — [мис] ουσ. α мышца, мускул …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μυς — ο μυός, πληθ. μύες 1. καθένα από τα όργανα του σώματος που έχουν την ιδιότητα να συστέλλονται και να κινούν άλλα όργανα, πάνω στα οποία προσφύονται. 2. ο ποντικός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ακτινωτός μυς — Μυς που βρίσκεται στην έξω επιφάνεια του ακτινωτού σώματος και αποτελείται από επιμήκεις και κυκλικές μυϊκές ίνες. Με τη σύσπαση του α.μ. (λέγεται και προσαρμοστήρας μυς του ματιού), χαλαρώνει η ακτινωτή ζώνη με αποτέλεσμα να κυρτώνεται ο… …   Dictionary of Greek

  • δικέφαλος μυς — Μυς στο επάνω μέρος του βραχίονα ή στο πίσω μέρος του μηρού, ο οποίος ελέγχει ορισμένες κινήσεις του βραχίονα ή του ποδιού αντίστοιχα …   Dictionary of Greek

  • ζυγωματικός μυς — Μυς του προσώπου που διακρίνεται στον μείζονα ζ.μ. που εκφύεται από το ζυγωματικό τόξο και καταφύεται στη γωνία του στόματος, της οποίας επιτυγχάνεται η έλξη με τη σύσπαση του μυός αυτού, και στον ελάσσονα ζ.μ. που εκφύεται από την παρειακή… …   Dictionary of Greek

  • γλωσσοϋπερώιος — (μυς), ο μικρός διπλός μυς τής γλώσσας …   Dictionary of Greek